Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Περί ονείρων



Προχτές πήρα από τη δανειστική βιβλιοθήκη τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου, στην όμορφη έκδοση Teubner του 1963. Χθες βράδυ, ξεφυλλίζοντας τη, στάθηκα για λίγο στην παράγραφο 4.47.

[Τα όνειρα των οποίων το περιεχόμενο] αφορά μύθους που έχουν ξεχαστεί εντελώς και που χαρακτηρίζονται από ανοησία και επιπολαιότητα - όπως, φερ’ ειπείν, οι μύθοι για τους πολέμους των Θεών και των Γιγάντων, για τους Σπαρτούς της Θήβας και εκείνους της Κολχίδας - δεν πραγματοποιούνται με κανέναν τρόπο, ή υποδηλώνουν, σύμφωνα με όσα αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα, ότι οι προσδοκίες του ατόμου θα ανατραπούν και τα σχέδιά του θα ματαιωθούν. Αυτοί οι μύθοι συμβολίζουν επίσης μάταιες και κενές ελπίδες...


Δίπλα, στο περιθώριο, διέκρινα κάποια σχόλια ξεθωριασμένα. Προφανώς, οι προηγούμενοι αναγνώστες, παρόλη τη βιασύνη τους να απαντήσουν με τη σειρά τους στα σχόλια του Αρτεμίδωρου, είχαν την προνοητικότητα και την ευαισθησία να γράψουν με μολύβι.

Να 'ν' άραγε όσα βλέπουμε, όνειρα μέσα σ' όνειρο;

Είδα στον ύπνο μου το Θεό, θλιμμένο, γονατιστό μπροστά μου,
να με εκλιπαρεί να μην ξυπνήσω.


Δεν μπορώ να κοιμηθώ παρά μόνο εάν έχω γύρω μου βιβλία.

Δεν περίμενα, φυσικά, να βρω παρακάτω την «ανταπάντηση» του Αρτεμίδωρου, αν και χαμογέλασα με την ιδέα. Το τηλεφώνημα ενός φίλου διέκοψε την ανάγνωσή μου.


Αργότερα, καθώς ξάπλωνα να κοιμηθώ, πήρα ξανά στα χέρια μου το βιβλίο. Σαν να έπρεπε να γίνει έτσι, διάβασα ξανά την παράγραφο χωρίς να συνεχίσω παρακάτω. Στάθηκα και πάλι στα σχόλια του περιθωρίου. Κάτω κάτω, το τελευταίο σχόλιο, λιγότερο ξεθωριασμένο από τα υπόλοιπα και, μάλλον, το πιο πρόσφατο, έγραφε:

Ονειρεύομαι τον κόσμο όπως εσύ ονειρεύεσαι το έργο σου.

Ήταν πολύ αργά πια για να συνεχίσω το διάβασμα, πολύ νωρίς ακόμη για να αρχίσω το γράψιμο.
Έκλεισα το βιβλίο και κοιμήθηκα.

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ

(ο κατά κόσμον Γεώργιος Παπακωνσταντίνου)


Τον «Άη Γιώργη» τον είδα πρώτη φορά στο Μοναστηράκι ένα αυγουστιάτικο απόγευμα του ’88. Μετά το προσκύνημα στο εκκλησάκι του Σωτήρος στην Πλάκα, κατηφόριζα την Αδριανού. Κάτω από μια μουριά, σύρριζα στις γραμμές του ηλεκτρικού, τον είδα να διώχνει με ένα μακρύ καλάμι τα σκυλιά. Χαμένος όπως πάντα στις σκέψεις μου, κοντοστάθηκα λίγα μέτρα μακριά του. Μπροστά του είχε απλωμένη την πραμάτεια του, εικόνες αγίων. Πλησίασα χωρίς λόγο, μιας και δεν μου αρέσουν οι εικόνες.
«Όλες χειροποίητες, φιλοτεχνημένες από μένα τον ίδιο», είπε, αλλά δεν ένιωσα να απευθύνεται σε μένα. Κι η δήλωσή του δεν ακούστηκε σαν να έχει σκοπό να κάνει το εμπόρευμα πιο ελκυστικό. Θα μάντεψε, σκέφτηκα, ότι δεν έχω κανέναν σκοπό να αγοράσω. Μα τότε, προς τι η δήλωση; Να είναι απλώς μια εκδήλωση αυταρέσκειας, μια άχρηστη πληροφορία για κάτι εξίσου άχρηστο, και για τούτο το λόγο άκρως καλλιτεχνική; Ο καλλιτέχνης δεν είναι τεχνίτης, σκέφτηκα, δεν τον ενδιαφέρει το χρήσιμο, αλλά το ωραίο. Θα πρέπει να χαμογέλασα ή και να μόρφασα με τη σκέψη αυτή, γιατί τον άκουσα να λέει: «Αν δεν σ΄αρέσουν, σήκω και φύγε, μην τις κοιτάς καν». Άκουσα τα λόγια του να βγαίνουν με δυσκολία μέσα από το στήθος του, σαν να ’βγαιναν μαζί με κομμάτια απ' την καρδιά του, αλλού με κράσεις και αλλού με χασμωδίες. Ίσως να υπέφερε από αρρυθμία.
«Πώς, μου αρέσουν», απάντησα.

Δεν μου αρέσουν οι εικόνες - γενικώς, όχι μόνο οι αγιογραφίες. Από παιδί θυμάμαι, δεν μου άρεσαν. Δεν θυμάμαι καμία εικόνα από τα παραμύθια που διάβασα. (Τώρα που το σκέφτομαι, δεν θυμάμαι καν να διάβασα παραμύθια.) Ίσως να έφταιγε το ότι δεν "έπιανε" το χέρι μου στη ζωγραφική. Κάθε φορά που έδειχνα κάποια ζωγραφιά μου στον πατέρα μου, έπιανε το χαρτί με χαμόγελο και προσμονή, και κάθε φορά, όταν το έφερνε κοντά στα μάτια του (είχε μυωπία, αλλά δεν το παραδεχόταν), έβλεπα την απογοήτευση. Το χαμόγελο της λαχτάρας αναβόσβηνε στα χείλη του και γινόταν ευγένεια, για να καταλήξει σε ένα αδιάφορο «Μπράβο, μπράβο». Μια τέτοια διπλή κατάφαση συνιστούσε για μένα άρνηση, με τον ίδιο τρόπο που μια διπλή άρνηση συνιστά κατάφαση. Και αυτή την άρνηση του πατέρα μου την έκανα δική μου, μαζί με τη μυωπία του και τόσα άλλα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω ότι, κατά βάθος, ούτε σ' εκείνον θα πρέπει να άρεσαν οι εικόνες - γενικώς, όχι μόνο οι δικές μου.

«Λοιπόν;» Η πνιχτή φωνή του με συνέφερε. Σήκωσα μια εικόνα του Άη Γιώργη, παράδοξα δοσμένη. Ο άγιος ήταν πεζός, με το κοντάρι παρά πόδα, σαν τον άχαρο εκείνο Αχιλλέα στον κήπο του Αχίλλειου στην Κέρκυρα. Πίσω του κυπαρίσσια, παραταγμένα σαν φράχτης, και στο βάθος μια εκκλησία. Πουθενά δεν υπήρχε δράκος. Αν δεν ήταν γραμμένο το όνομα του αγίου μέσα στο φωτοστέφανο, θα έλεγα ότι είναι ο Δημήτριος, ο Μηνάς, ο Λογγίνος, ή κάποιος άλλος Ρωμαίος στρατιώτης που αυτομόλησε από την πατρώα θρησκεία και ασπάστηκε μια ξένη.
«Και ο δράκος; Πού είναι ο δράκος;» ρώτησα. «Τον έφαγα», μου απάντησε γελώντας κοφτά.
Εμβρόντητος σήκωσα το βλέμμα από την εικόνα, κρατώντας ακόμη το μεταίσθημα της φιγούρας του αγίου με το κοντάρι παρά πόδας. Και είδα τα κυπαρίσσια να γίνονται περικοκλάδες στο συρματόπλεγμα, η εκκλησία ερείπια αρχαίου ναού, το κοντάρι καλάμι στα χοντρά χέρια του Άη Γιώργη κι ο άγιος μ’ αυτό να διώχνει τα σκυλιά.
Δεν ξέρω ποιος φόβος με κατέλαβε κι έφυγα τρέχοντας. Εκείνος φώναζε, ούρλιαζε, αλλά του κάκου - έτρεχα τόσο γρήγορα που μέσα σε λίγα λεπτά είχε σουρουπώσει. Μόνο όταν έφτασα στο σπίτι συνειδητοποίησα ότι κρατούσα ακόμη στα χέρια μου την εικόνα του αγίου.

Δεν ξαναείδα τον Άη Γιώργη. Εκείνο το απόγευμα ήταν η μοναδική και ανεπανάληπτη φορά που μου αποκαλύφθηκε. Κάποιοι είπαν ότι πέθανε από καρκίνο των πνευμόνων, τέλη του ’99. Ποιος ξέρει; Ίσως οι δράκοι που έτρωγε να φάγανε τελικά τη γέρικη καρδιά του.

Τώρα που ξανασκέφτομαι αυτή την ιστορία, δεν θυμάμαι πού έχω την εικόνα. Κάπου θα την έχω καταχωνιάσει, ίσως στο πατάρι μαζί με τα παραμύθια. Ίσως πάλι και να την έχω πετάξει - μαζί με τα παραμύθια.

Τρίτη 6 Απριλίου 2010

Η Άκρα Ταπείνωσις


Τόν Νυμφώνα σου βλέπω,
Σωτήρ μου κεκοσμημένον,
καί ένδυμα ούκ έχω,
ίνα εισέλθω έν αυτώ,
λάμπρυνόν μου τήν στολήν τής ψυχής,
Φωτοδότα, καί σώσον με.

Υ.Γ. Η άκρα ταπείνωσις είναι αυτό που αποκαλύπτουν εκείνοι που βάλλουν. Ανίκανοι για μέθεξη, αποκλεισμένοι από τα παιδικά τους χρόνια, τους βασανίζουν ανυπεράσπιστα βιώματα... Δεν έχουν καταλάβει, πως βρίσκονται έξω από την υπόσχεση του χρόνου, πως ζουν σε χρόνο αέναης φθοράς. Πως το αμάρτημα προς το ρόδο που ανθίζει και ξανανθίζει σαν μέτρο του χρόνου, είναι αυτή η εξορία σε λόγους που εκφέρονται για να πληγώσουν βαθιά τα σπλάχνα αυτού που τα εκφέρει... Η Ανάσταση του Χρόνου είναι θεραπεία...
(Σαίρεν Κίρκεγκααρντ)

Αδέσποτη δημοσίευση της 28ης Μαρτίου 2010, 1:51 μ.μ.
Γιατί αυτό που πετάς εσύ, κάποιος άλλος μπορεί να το έχασε :)

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Αιώνιος πειρασμός


- Τόσους αιώνες τρέχεις ξοπίσω μου και χαλάς ό,τι πάω να φτιάξω.
- Τόσους αιώνες τρέχω ξοπίσω σου.
- Τόσους αιώνες αρνείσαι να αλλάξεις.
- Τόσους αιώνες αρνείσαι εμένα.
- Τόσους αιώνες σέρνεσαι στο σκοτάδι.
- Τόσους αιώνες, Φως μου, σε στερούμαι.
- Είσαι κακός, ανυπάκουος, χαοτικός.
- Θέλω να είμαι ελεύθερος και καλός. Αλλά μου το αρνείσαι. Πάντα αρνείσαι το ένα από τα δυο.
- Μόνος σου επέλεξες το κακό.
- Δεν μου άφησες καλό για να επιλέξω. Είσαι το ίδιο το καλό, είσαι κάθε τι καλό στον υπέρτατο βαθμό. Τι μένει για μένα;
- Να αλλάξεις μυαλά. Να έρθεις κοντά μου.
- Πιστεύεις ότι μπορώ;
- Ναι, μπορείς. Ακόμη κι εσύ.
- Και πώς θα πείσεις όλους αυτούς που σε πιστεύουν ότι φιλιώσαμε; Ότι δεν είμαστε πια εχθροί; Πώς θα τους πείσεις να με δεχτούν, εμένα που με ξέρουν μόνο ως εχθρό σου και δικό τους;
- Σε δέχομαι εγώ. Δε σου φτάνει;
- Μου φτάνει. Εσένα θέλω. Αλλά πώς θα υπάρχω στον κόσμο σου, όταν ο κόσμος σου με μισεί; Όπου κι αν βρεθώ θα με καταριούνται, θα με κυνηγούν, θα με σκοτώνουν.
- Το έκαναν και σε μένα. Κι όσοι μ’ αγάπησαν, τα ίδια έπαθαν κι εκείνοι.
- Καταλαβαίνεις, λοιπόν, γιατί δε χωνεύω τον άνθρωπο; Είναι η πηγή της δυστυχίας μου. Και της δικής σου.
- Τόσους αιώνες μαλώνουμε για τον άνθρωπο, από τότε που ήταν ακόμη ένας. Είναι δυνατό να είναι αυτός πηγή της δυστυχίας μας;
- Όλα αυτά τα χρόνια, εσύ τον τραβάς από τη μια κι εγώ από την άλλη.
- Ο καθένας μας για τους λόγους του.
- Παράτα τον λοιπόν. Ας πάψουμε κι ο δυο μας να ασχολούμαστε μαζί του.
- Εσύ, αν θέλεις, παραιτήσου. Εγώ δεν θέλω.
- Τι σου αρέσει σ’ αυτό το πλάσμα; Ποτέ δεν κατάλαβα.
- Ό,τι και σε σένα. Είναι έργο του Πατέρα, η κληρονομιά του.
- Μα είναι ψεύτικος, φτιαγμένος από ύλη.
- Ύλη που ονειρεύεται.
- Σκοτώνει, βιάζει, κλέβει.
- Δεν είπα ότι δεν έχει ελαττώματα. Αλλά επίσης αγαπά, τραγουδά, λέει παραμύθια.
- Σ΄έχω ακούσει να λες κι εσύ παραμύθια. Μπορεί να είμαι πάντα ο κακός σ’ αυτά, αλλά μου αρέσουν. Ποτέ όμως δε σ’ άκουσα να τραγουδάς.
- Δεν το λένε οι Γραφές.
- Ούτε να γελάς.
- Ούτε αυτό το λένε οι Γραφές.
- Αυτές οι Γραφές μας έχουν κάνει μεγάλο κακό.
- Λες να ’ναι κι αυτές πηγή της δυστυχίας μας;
- Όχι. Αλλά δεν μας αφήνουν να ξεχάσουμε.
- Αυτή είναι η σημασία των Γραφών. Αλλά τώρα εδώ είμαστε οι δυο μας, εσύ κι εγώ. Κανένα βιβλίο δεν μας χωρίζει.
- Άσε τους ανθρώπους και τα βιβλία τους, άσε τους να γράφουν και να σβήνουν, να γελούν και να κλαίνε, να σκοτώνουν και να τραγουδούν, να γκρεμίζουν και να χτίζουν παραμύθια. Άσε με να σ’ αγκαλιάσω.
- Δεν θέλω να τους αφήσω. Είναι παιδιά του Πατέρα κι αυτοί.
- Κι εγώ. Γιατί προτιμάς αυτούς από μένα;
- Δεν προτιμώ κανέναν περισσότερο από τον άλλο. Εσύ τους αρνείσαι. Έλα μαζί μου. Δυο τα καταφέρνουν καλύτερα απ’ όσο ένας.
- Μα θα ξανασταυρωθείς. Και μαζί σου κι εγώ.
- Προτιμάς να είσαι μόνος και να μαζεύεις τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι μου;
- Τόση ώρα με βάζεις σε πειρασμό!
- Τόλμησε να αγαπήσεις!
- Σ’ αγαπάω.
- Τον εαυτό σου αγάπησε. Γνώρισέ τον, δέξου τον, ξεπέρασέ τον. Ξεπέρασέ με. Γίνε Φως εσύ, μη περιμένεις το Φως μόνο από μένα.
- Μα εσύ είσαι το Φως.
- Είμαι όμως κι η Οδός. Ο δρόμος για το Φως.
- Άλλη μια αντίφαση των Γραφών.
- Ξέχνα τις Γραφές. Δεν μας αφορούν.
- Μιλούν για μας.
- Μιλούν σε άλλους.
- Πώς μπορείς να τις αρνείσαι; Είναι γραμμένες από το χέρι του Πατέρα, το χέρι που έπλασε εσένα κι εμένα και τον άνθρωπο. Το χέρι που με πέταξε από τον Παράδεισο.
- Δεν τις αρνούμαι. Αλλά δεν μπορώ να στριμώχνομαι άλλο μέσα τους. Μεγαλώσαμε, δεν μας χωράνε μέσα τους πια.
- Κι ο Πατέρας; Δεν φοβάσαι τι θα πει;
- Δεν μπορεί να πει τίποτε. Ο Λόγος είμαι Εγώ.
- Αν κάποιος σε άκουγε, θα έλεγε ότι μιλάς σαν εμένα.
- Κανείς δεν μπορεί να πει τίποτε. Ο Λόγος πλέον είμαι Εγώ.
- Σε άκουσα. Το λένε και οι Γραφές.
- Ορίστε λοιπόν. Τι άλλο θέλεις;
- Να μη στρέφεις τα δικά μου όπλα εναντίον μου. Να κρατήσεις τη θέση σου, την αξιοπρέπειά σου, μέσα κι έξω απ΄τις Γραφές. Να είσαι αυτός που ξέρω και να με αφήσεις κι εμένα να είμαι αυτός που ξέρεις, αυτός που είμαι.
- Γιατί τα καταστρέφεις όλα; Ήμασταν έτοιμοι να δώσουμε τα χέρια.
- Τα χέρια σου είναι τρύπια.